Για τον άστεγο αναρχικό ποιητή Κορνήλιο Λουλούδη.

 

K._Louloudis_1955-2014

 

Χτες 16 Αυγούστου 2014 στις 2 παρά τέταρτο το μεσημέρι βρέθηκε νεκρός στην οδό Πατριάρχου Γρηγορίου στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών ο παλιός μου φίλος και συγκρατούμενος κατά την περίοδο 1978-1981, που βρισκόμουνα στην φυλακή για πολιτικούς λόγους, Κορνήλιος Λουλούδης. Το έμαθα από την αστυνομία, η οποία βρήκε πάνω του το τηλέφωνό μου. Η αστυνομία έψαχνε για συγγενείς για να αναλάβουν την κηδεία. Μέχρι τώρα δεν έχει βρεθεί κανένας.

 

Ο Κορνήλιος Λουλούδης τα τελευταία πέντε χρόνια, τουλάχιστον, ήτανε άστεγος και έμενε σε κάποιο ερείπιο στα Εξάρχεια. Δεν είχε στον ήλιο μοίρα και έτρωγε από τα συσσίτια του Δήμου Αθηναίων ή από τα περισσεύματα που του έδινε μια καλή γυναίκα από ένα εστιατόριο των Εξαρχείων. Ποιος ήταν ο Λουλούδης και γιατί γράφω γι αυτόν;

 

Ο Κορνήλιος Λουλούδης ήταν ένας από τους ποινικούς κρατούμενους που μέσα στη φυλακή γνωρίστηκαν με αναρχικούς της δεκαετίας του 1970, όπως και ο σκοτωμένος από την αστυνομία το 1987 Μιχάλης Πρέκας, ο οποίος ήταν φίλος του Λουλούδη και μέσα στην φυλακή συνεργαζόντουσαν στο φτιάξιμο εργόχειρων για να βρίσκουν λεφτά για τα τσιγάρα τους και τα είδη πρώτης ανάγκης. Εγώ τον γνώρισα από έναν άλλο συγκρατούμενο μου, που ήταν μέσα για ληστεία τράπεζας με ομήρους, τον Θόδωρο Τσουβαλάκη. Ο Λουλούδης τότε ήταν 23 χρονών αλλά είχε γνωρίσει τις φυλακές και τα βασανιστήρια από πολύ μικρότερος, κατά την διάρκεια της εφτάχρονης στρατιωτικής δικτατορίας 1967-1974. Καταγόταν από την Καβάλα, αλλά πολύ μικρός είχε έρθει στην Αθήνα μαζί με την οικογένειά του και η φτώχεια τον οδήγησε στις φυλακές ανηλίκων της οδού Βουλιαγμένης. Το 1982 βρέθηκε στην ίδια φυλακή (φυλακές Πάτρας) μαζί με τον Μιχάλη Πρέκα, τον Θόδωρο Τσουβαλάκη και τον αναρχικό Θόδωρο Πισιμίση, που υπήρξε αυτός που καταδικάστηκε στην μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης από τους καταληψίες που συλληφθήκανε κατά την εκκένωση της πρώτης κατάληψης κτιρίου από αντιεξουσιαστές που έγινε στην Αθήνα, της κατάληψης της οδού Βαλτετσίου 60 (αν δεν κάνω λάθος). Μαζί και με άλλους δύο κρατούμενους, τους οποίους είχα γνωρίσει κι εγώ, από τους οποίους ο ένας ήταν από το Ιράκ, ο Λουλούδης, ο Πισιμίσης, ο Τσουβαλάκης και οι άλλοι είχαν κατέβει σε απεργία πείνας. Ο Λουλούδης τότε ήταν ήδη πολιτικοποιημένος και είχε βρει στον αναρχισμό την μόνη κοινωνική θεωρία που δεν τον έβλεπε σαν πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Άλλωστε ήταν σκεπτόμενος άνθρωπος και όσο ήταν στην φυλακή έγραφε εκατοντάδες ποιήματα, αρκετά από τα οποία αποτελούσαν σκληρή κριτική για το κοινωνικό σύστημα. Είχε επίσης ταλέντο στο σχέδιο και γι αυτό μαζί με τα ποιήματα ζωγράφιζε και διάφορα έγχρωμα διακοσμητικά σχέδια. Ακόμα και τα γράμματα του ήταν τόσο όμορφα λες και είχαν βγει από μεσαιωνικό χειρόγραφο.

 

Το 1983, ο Λουλούδης βγήκε για μια ακόμη φορά από την φυλακή και προσπάθησε να επιβιώσει εργαζόμενος σε επαγγέλματα για πρώην φυλακισμένους. Διατήρησε όμως τις επαφές του με τον αναρχικό χώρο και κατά την δεκαετία του 1980 έβγαζε χειρόγραφα περιοδικάκια, όπως «Το κουρδοκέλι», τα οποία το φωτοτυπούσε σε πολλά αντίτυπα και το μοίραζε στα Εξάρχεια. Στον στρατό δεν υπηρέτησε γιατί όταν παρουσιάστηκε γρήγορα κατάφερε να απαλλαγεί για λόγους ψυχικής υγείας. Κάποιες φορές μπήκε στην φυλακή για μικροαδικήματα, όπως τότε που έκατσε ένα μήνα γιατί πιάστηκε χωρίς εισιτήριο και δεν πήγε να πληρώσει το πρόστιμο, όμως τον περισσότερο καιρό ήταν έξω. Όσο ήταν έξω συνέχισε να γράφει ποιήματα που τα κυκλοφορούσε με τα περιοδικάκια του. Εκτός από τα περιοδικάκια που έβγαζε, είχε γνωριστεί και με δημοσιογράφους και είχε κάνει καταγγελίες για τις συνθήκες διαβίωσης στις φυλακές. Τα γραφεία της εφημερίδας «Η Αυγή» ήταν ο χώρος, όπου προτιμούσε να κινείται.

 

Δεν ήταν, όμως ο άνθρωπος που μπορούσε να στεριώσει σε μια δουλειά. Σε κάποια φάση δούλευε σαν κλητήρας στο δημαρχείο της γενέτειράς του της Καβάλας αλλά απολύθηκε όταν βρήκε την ατζέντα του Δημάρχου και γνωστοποίησε το περιεχόμενο της στους πολιτικούς του αντιπάλους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σκάνδαλο. Η ανέχεια τον οδήγησε να επιχειρήσει και μια μεγάλη ένοπλη ληστεία. Μαζί με κάποιον άλλο χτυπήσανε ένα κέντρο διανομής των Ελληνικών Ταχυδρομείων σε κάποια συνοικία του Πειραιά (1998), όμως πιαστήκανε μετά από το ανθρωποκυνηγητό που εξαπέλυσε η αστυνομία. Για αυτήν την ληστεία, πέρα από το άγριο ξύλο που έφαγε από την αστυνομία, έκατσε 7 χρόνια στην φυλακή.

 

Νομίζω από εκείνη την φυλάκιση κι έπειτα δεν ξαναμπήκε στη φυλακή. Όμως δεν ξαναδούλεψε κιόλας με συνέπεια να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του σε έσχατη ένδεια. Συνέχισε να γράφει ποιήματα και να συχνάζει σε δημοσιογραφικά γραφεία αλλά μόλις πριν λίγους μήνες καταφέραμε και βγάλαμε κάποια από αυτά σε βιβλίο με τον τίτλο «Το μαύρο κουτί της φυλακής». Έζησε αρκετά (1955-2014) για να δει τα ποιήματά του τυπωμένα. Αλλά δεν τον ενδιέφερε πια. Μήνες περάσανε μετά την εκτύπωσή τους μέχρι να τον ξαναβρώ να του τα δώσω. Ήξερε ότι ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για αυτά που αυτός θεωρούσε σημαντικά. Το έβλεπε άλλωστε από την αποτυχία των προσπαθειών μου για να κάνω γνωστό το έργο του, όπως ήταν το μπλογκ «Το μαύρο κουτί της φυλακής» που του είχα φτιάξει. Δεν έπαυε πάντως να πιστεύει στην Αναρχία. Ίσως γιατί αυτή ήταν η μόνη που τον έκανε να αισθάνεται αξιοπρέπεια, οσοδήποτε και διαφορετικός να ήταν ο τρόπος της ζωής του.

 

Ο Κορνήλιος Λουλούδης, ο άστεγος αναρχικός ποιητής έφτασε επιτέλους στην κορυφή του Γολγοθά του, που ανέβαινε μόνος του όλα αυτά τα χρόνια, όπως έχω ξαναγράψει τόσο παλιά όσο το 1987, στο βιβλίο μου «Το τρελόχαρτο». Δεν πέθανε στον σταυρό αλλά στον δρόμο, όπως πεθαίνουν οι καταραμένοι ποιητές και συγγραφείς, σαν την Κατερίνα Γώγου, τον Θέμο Κορνάρο, τον Λέοντα Τολστόι, στο παρελθόν. Όπως και η Κατερίνα, έτσι κι αυτός μπορεί να επιδίωξε έναν τέτοιο θάνατο από την ταπεινωτική μεταχείριση την οποία επιφυλάσσουν για τους αστέγους στα νοσοκομεία. Ίσως γι αυτό δεν δέχτηκε να βγάλει βιβλιάριο απορίας, όπως τον παρακαλούσα. Πέθανε μόνος του, όπως ήθελε να μένει πάντα, εξαιτίας της αξιοπρέπειας του που τον εμπόδιζε να συνδέει την ζωή του με τις ζωές των άλλων. Στο πρόσωπό του η ελληνική κοινωνία απέδειξε για μια ακόμη φορά ότι, αν δεν έχει κάποιος λεφτά, αυτός δεν έχει γι αυτήν μεγαλύτερη αξία από ένα αδέσποτο σκυλί. Και για μένα προσωπικά, η ζωή του αστέγου που έζησε ο Λουλούδης και ο θάνατός του στο δρόμο, απόδειξαν πόσο ελάχιστα πράγματα μπόρεσα να κάνω από αυτά που έλεγα στον Λουλούδη για να ελπίσει στην Αναρχία, όταν ήμασταν νέοι, στις πάλαι ποτέ φυλακές της Αίγινας.

 

Φίλιππας Κυρίτσης

 
Κοιμάμαι σαν ασβός…
 

Λόγω του ότι

το ποινικό μου μητρώο

είναι βεβαρυμένο

και χρώματος σκούρο, γκρίζο,

μαύρο, κατάμαυρο,

η πολιτεία, το ελληνικό κράτος,

μ' έχει αποκλείσει

από το κοινωνικό γίγνεσθαι

από το "υγιές κοινωνικό σύνολο"!

 

Κοιμάμαι σαν ασβός,

νυφίτσα, σαν κουνάβι,

τυφλοπόντικας μέσα σε χόρτα

με χαρτόνια και φελιζόλ,

ψάχνω σκουπιδοτενεκέδες

κάτι να βρω να φάω,

κάθε ξημέρωμα

καινούργιος εφιάλτης,

το μέλλον μου

χωρίς κοντάρι άλτης!

 

 
Louloudis
 

Για την ιδεολογία του σκληρού άντρα και την έμπρακτη αμφισβήτησή της από τους επαναστατημένους κρατούμενους.

1525112_197481200445197_199686749_n

 

[ κείμενο του Φίλιππα Κυρίτση από το περιοδικό Κράξιμο, τεύχος 8, Μάιος 1988 ]

 

*αναδημοσίευση από το το qv#4

 

 

Ο αγώνας του Χρήστου Ρούσσου, τέλη 1986 – αρχές 1987, με τη δημοσιότητα που κατάφερε να εξασφαλίσει, έφερε στο προσκήνιο την αλήθεια για ένα μεγάλο θέμα, που, τόσο για τις φυλακές, όσο και για την κοινωνία γενικότερα, αποτελεί ταμπού: το κατά πόσο επαναστατικός είναι ο ανδρισμός σαν μορφή σκέψης και συμπεριφοράς. Είναι κοινό μυστικό ότι, τόσο ο πολύς κόσμος, όσο και οι περισσότεροι από αυτούς που θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστατημένους, πιστεύουν ότι ανδρισμός και επαναστατικότητα είναι, λίγο-πολύ, ταυτόσημα. Εγκλωβισμένοι όλοι τους μέσα στην εικόνα που το κράτος προωθεί για τον επαναστάτη, δεν είναι πολλές φορές σε θέση ούτε καν να υποψιαστούν ότι σκέπτονται με τον ίδιο τρόπο και μιλάνε την ίδια γλώσσα με το κράτος. Βλέποντας το κράτος μόνο σαν ένα στρατιωτικό μηχανισμό που μεταχειρίζεται όπλα, φυλακές και ψυχιατρεία για να ελέγχει ή να εξοντώνει τους αντιπάλους του, αδυνατούν να συλλάβουν το πόσο το κράτος έχει απλωθεί, σαν καρκίνωμα, μέσα στον ίδιο τους τον εαυτό. Αποτέλεσμα αυτής, της μέσα από παραμορφωτικούς καθρέφτες θεώρησης του κράτους, είναι ο υποβιβασμός της σύγκρουσης μαζί του σε, λίγο-πολύ, σύγκρουση μεταξύ δύο αντιπάλων στρατοπέδων, που το ένα αποσκοπεί να διατηρήσει την εξουσία του (κράτος) και το άλλο να την ανατρέψει για να την αντικαταστήσει με τη δική του. Τελικά δηλαδή ο επαναστατικός αγώνας διαστρεβλώνεται και υποβιβάζεται σε πολιτική, δηλαδή κυνήγι της εξουσίας. Ακόμα κι αν το αντίπαλο προς το κράτος στρατόπεδο καταφέρει να υπερισχύσει, όπως έχει γίνει με τις «πετυχημένες» επαναστάσεις του αιώνα μας, το κράτος δεν εξαφανίζεται σαν θεσμός, αλλά αλλάζει, απλώς, μορφή.

 

Επειδή τα παραπάνω φαίνονται γενικολογίες, και γι’ αυτό είναι εύπεπτα, θέλω να αναφερθώ σε μερικά πραγματικά περιστατικά, που δίνουν ανάγλυφα το πόσο το κράτος πλειοδοτεί υπέρ του ανδρισμού, και το πόσο η ταύτιση της εικόνας του σκληρού άντρα με τον δυνατό, η οποία ανταποκρίνεται στα συμφέροντα του, είναι πέρα για πέρα ψεύτικη. Από το 1976 μέχρι το 1978, που γινόντουσαν τα χειρότερα και πιο απάνθρωπα βασανιστήρια σε βάρος κρατουμένων στις Πειθαρχικές Φυλακές της Κέρκυρας, οι φύλακες αυτής της φυλακής κυκλοφορούσαν με μουστάκες, μαύρο γυαλί, μπεγλέρι, το γνωστό κουτσαβάκικο περπάτημα και το κλομπ περασμένο στη ζώνη τους. Με τα κλομπ επιβάλλανε στους κρατούμενους να τους ακούν να καυχιούνται ότι αυτοί είναι γαμιάδες, ενώ οι κρατούμενοι είναι κότες, χαμούρες, κουφάλες και τα παρόμοια. Παράλληλα οι ρουφιάνοι-συνεργάτες των δεσμοφυλάκων, βιάζοντας άλλους κρατούμενους με την απειλή μαχαιριών και πέντε εναντίον ενός, συνεπικουρούσαν στη συντήρηση της εικόνας ότι δυνατός σημαίνει πολύ άντρας. Και όμως, αν και σε γενικές γραμμές η μεθοδική αυτή πλύση εγκεφάλου, με τη βοήθεια των σωματικών βασανιστηρίων, είχε επιτυχία, υπήρξαν και άνθρωποι, μετρημένοι στα δάχτυλα ίσως, που αντέξανε και δεν αλλοτριώθηκαν, όχι γιατί ήταν σκληροί άντρες, άσχετα αν αντέξανε μόνοι αυτοί στα βασανιστήρια, αλλά γιατί κατάφεραν να δουν, πίσω από την αντρική μάσκα του κράτους, την αδυναμία του να περάσει το δίκιο των κρατουμένων για άδικο και το άδικο των φυλάκων και των ρουφιάνων-συνεργατών τους για δίκιο. Άνθρωποι, όπως ο Θόδωρος Βενάρδος, ο Σπύρος Κωτρέτσος, ο Νίκος Μανετάκης, ο Χάρης Τεμπερεκίδης, αν και στην πλειοψηφία τους προερχόντουσαν από περιβάλλοντα όπου κυριαρχούσε η εικόνα του σκληρού άντρα, του 100% αρσενικού όπως λένε στις φυλακές, μέσα από τις μαρτυρικές τους εμπειρίες εκείνης της εποχής, είδανε το αδιέξοδο της υπεράσπισης της ανθρωπιάς τους με το να υιοθετούν και αυτοί την εικόνα του σκληρού άντρα που προβάλλανε οι βασανιστές τους, και αναζήτησαν τη διατήρηση της προσωπικότητάς τους μέσα από την αυτομόρφωση με το διάβασμα, την εκμάθηση των νόμων που τους αφορούσαν και την αλληλεγγύη τους προς τους πιο αδύνατους συγκρατούμενούς τους.

 

Όταν, από το 1979 κι έπειτα που ηρεμήσανε κάπως τα πράγματα στις φυλακές της Κέρκυρας, άρχισαν να ξεφεύγουν από αυτό το Νταχάου καταφέρνοντας με χίλιους δυο αγώνες να μετάγονται σ’ άλλες φυλακές, είχα την ευκαιρία να τους γνωρίσω προσωπικά και να δω, μέσα από την εν γένει συμπεριφορά τους, το πόσο, με τη σεμνότητα, την ευγένεια, τη διακριτικότητα και το σεβασμό του άλλου, αποδείχνανε έμπρακτα ότι η ιδεολογία του σκληρού άντρα είχε αποτύχει να τους δηλητηριάσει. Κανένας τους δε μιλούσε ποτέ με υποτιμητικό τρόπο για τις γυναίκες, κανένας τους δεν εκμεταλλευόταν τη σωματική του δύναμη ή τις μέσα στη φυλακή γνωριμίες του για να επιβληθεί πάνω στους άλλους, κανένας τους δε χρησιμοποιούσε φυλακίστικο λεξιλόγιο για να κάνει εντύπωση, κανένας τους δεν καυχιόταν για την παραμονή του στην Κέρκυρα ή στις φυλακές γενικά. Στις φυλακές που μεταγόντουσαν, προσπαθούσαν να μένουνε όσο το δυνατόν ανώνυμοι, αφήνοντας το ρόλο του μάγκα και νταή στους φωνακλάδες, βρωμόστομους και ψευτοαγανακτισμένους ρουφιάνους-συνεργάτες των φυλάκων (της υπηρεσίας, όπως αποκαλείται το σκυλολόι των φυλάκων από τους κρατούμενους). Αποφεύγανε τις φασαρίες όπως ο διάβολος το λιβάνι, παρ’ όλο που γνώριζαν ότι οι ρουφιάνοι ραδιουργούσανε συνεχώς πίσω από τις πλάτες τους και διαδίδανε γι’ αυτούς τα πιο πρόστυχα ψέματα. Για παράδειγμα, πολλοί ήταν αυτοί που, είτε γιατί ήταν ρουφιάνοι, είτε γιατί ήταν ηλίθιοι και πιστεύανε τους ρουφιάνους, κατηγορούσανε τον Βενάρδο ότι είναι συνεργάτης της υπηρεσίας, γιατί είχε αποκαλύψει δημόσια την κυκλοφορία ναρκωτικών μέσα στις φυλακές. Κι όμως ο Βενάρδος διώχτηκε από το Ψυχιατρείο Κρατουμένων, όπου είχε καταφέρει να μεταχθεί, μετά από ασύλληπτους για τον ανθρώπινο νου αγώνες στις Φυλακές Κέρκυρας, παρά τη θέλησή του, και οδηγήθηκε στις Φυλακές Αίγινας, το 1979, μόνο και μόνο γιατί αρνήθηκε να διαψεύσει δημόσια τις καταγγελίες για κακομεταχείριση του στις Φυλακές Κέρκυρας, που είχε κάνει ο συγκρατούμενος του Βλάσσης Ψοφάκης, που εκείνη την εποχή βρισκόταν στις Φυλακές Τίρυνθας. Και για να καταφέρει να ξεφύγει από τις Φυλακές Αίγινας κατάπιε μια πρόκα 15 εκατοστών.

 

Ο Σπύρος Κωτρέτσος, ένα παλικάρι δυο μέτρα όπως κι ο Βενάρδος, ήταν τόσο ευαίσθητος απέναντι στις συνεχείς παραβιάσεις των δικαιωμάτων των άλλων κρατουμένων, που σε κάποια φάση έκανε μαζί μου απεργία πείνας και κλείστηκε κι αυτός στο πειθαρχείο της Αίγινας, μόνο και μόνο για να υποστηρίξει μηνυτήρια αναφορά του εναντίον της διεύθυνσης των φυλακών για τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης που είχε αυτή επιβάλλει. Σε μια άλλη φάση, τσακώθηκε με τον αρχιφύλακα μπροστά σε δεκάδες κρατούμενους, στο προαύλιο της ακτίνας, μόνο και μόνο γιατί ο αρχιφύλακας μαζί με φύλακες ανάγκασε κάποιον κρατούμενο να κάνει μπάνιο παρά τη θέλησή του. Κι όμως ο Κωτρέτσος δεν το ’παιζε μάγκας, διάβαζε οποιαδήποτε φεμινιστικά βιβλία έπεφταν στα χέρια του και μιλούσε με τα καλύτερα λόγια ακόμα και για τις πόρνες, που αποτελούν τον πιο εύκολο, και γι’ αυτό συνηθισμένο, στόχο των «σκληρών αντρών». Ο Σπύρος Κωτρέτσος, πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και με τα ατέλειωτα αστεία του, δεν ήτανε μάγκας. Ήτανε ένας άνθρωπος που, έχοντας συνείδηση του δίκιου του, κατάφερε το 1982 να οργανώσει τη μεγαλύτερη απόδραση από ελληνικές φυλακές τα τελευταία 25 χρόνια. Τη μαζική απόδραση αυτού και άλλων 5 κρατουμένων από το Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού.

 

Ο Νίκος Μανετάκης, τα πολλά χρόνια που μπαινοβγαίνει στις φυλακές, τα εκμεταλλεύτηκε για να διαβάσει και να αυτομορφωθεί σε βαθμό που να μπορεί να υπερασπίζεται με μηνύσεις και αναφορές τα δικαιώματα των κρατουμένων κάτω και από τις πιο βάρβαρες συνθήκες, όπως οι συνθήκες στις Φυλακές Κέρκυρας. Μολονότι ποτέ δεν το παίζει μάγκας και σκληρός άντρας, είναι πάντα από τους πρώτους που του φορτώνουν ευθύνες για εξέγερση κρατουμένων, όπως έγινε και με την εξέγερση των κρατουμένων των Φυλακών Κορυδαλλού το 1981. Ο Χάρης Τεμπερεκίδης —ένας άνθρωπος υπόδειγμα σεμνότητας και ευγένειας, που ποτέ δεν θα πει χυδαία κουβέντα και ποτέ δεν θα τσακωθεί με άλλον κρατούμενο, μολονότι όλοι, όσοι τον ξέρουν, τον θαυμάζουν για την ακατάβλητη σωματική του δύναμη και αντοχή— έκανε να τον αγαπήσουν ακόμη και οι μαγαζάτορες της γειτονιάς, όπου κρυβόταν μετά την απόδρασή του από τις Φυλακές Κέρκυρας, το 1986. Κι όμως, ο Τεμπερεκίδης θεωρήθηκε σαν πρωτεργάτης του εμπρησμού των Φυλακών Κέρκυρας, στη διάρκεια της πιο δυναμικής εξέγερσης στην ιστορία τους, το Φλεβάρη του 1987, και είναι ακόμα κλεισμένος σ’ αυτές.

 

Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλα παραδείγματα με κρατούμενους λιγότερο γνωστούς, αλλά πιστεύω ότι όσα είπα είναι ήδη αρκετά, για όποιον θέλει να ξεπεράσει τις αυταπάτες του και να δει την αλήθεια. Θα τελειώσω, λοιπόν, αυτή την αναφορά μου σε κρατούμενους, με τον Γιάννη Πετρόπουλο, τον πιο επικίνδυνο για τις υπηρεσίες των φυλακών κρατούμενο, σύμφωνα με τη γνώμη του περιώνυμου πρώην διευθυντή της Κέρκυρας Κόλλα, που η κτηνωδία του οδήγησε τους κρατούμενους αυτής της πιο «ασφαλούς» φυλακής της Ελλάδας σε εξέγερση. Ό,τι και να πω για τον Πετρόπουλο είναι λίγο, και φαντάζομαι ότι, μετά από όσα έχω αναφέρει παραπάνω, είναι κουτό να αμφιβάλλει κανείς ότι ο Πετρόπουλος είναι παράδειγμα ευγένειας, διακριτικότητας, σεβασμού και αλληλεγγύης προς τους άλλους. Λοιπόν, ο Πετρόπουλος, ως πρότυπο είχε μια γυναίκα, την Ούλρικε Μάινχοφ, της οποίας μια φωτογραφία από το περιοδικό «ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ» είχε κορνιζάρει και την είχε πάντα πάνω στο κομοδίνο του, όσο καιρό έμεινε στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, μετά την έκδοσή του στην Ελλάδα από την Ολλανδία το 1978.

 

Δυστυχώς, στην Ελλάδα δεν έχουν δημιουργηθεί ακόμη οργανώσεις του τύπου «Άντρες ενάντια στο σεξισμό», οι οποίες υπάρχουν και μέσα και έξω από τις φυλακές σε χώρες όπως η Αγγλία ή οι Ηνωμένες Πολιτείες. Οργανώσεις που μπαίνουν τόσο πολύ στο μάτι του κράτους, το οποίο φτάνει ακόμα και να δολοφονεί τους πιο μαχητικούς τους εκπροσώπους μέσα στις φυλακές, όπως, για παράδειγμα, τον Καρλ Χαρπ, που, όπως συνήθως, τη δολοφονία του μέσα στις αμερικάνικες φυλακές οι φύλακες την παρουσιάσανε σαν αυτοκτονία. Και οι άνθρωποι, σαν τον Χρήστο Ρούσσο, τον Νίκο Μανετάκη, τον Χάρη Τεμπερεκίδη και τον Γιάννη Πετρόπουλο, σαπίζουν μέσα στις φυλακές, όταν δεν σαπίζουν στο χώμα, όπως ο Θόδωρος Βενάρδος και ο Σπύρος Κωτρέτσος. Ίσως εκεί μέσα είναι πιο ασφαλείς, αν κρίνουμε από τις πρόσφατες στυγερές δολοφονίες των Παναγιώτη Γαγγλία και Μιχάλη Πρέκα, για τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να μιλήσω τώρα. Όσον αφορά το αν διαφέρουν τα ισόβια δεσμά από το θάνατο, είναι κάτι που, οι δικαστές, τουλάχιστον, δεν το πιστεύουν, όπως φαίνεται από το ότι υποκαθιστούν τη μία ποινή με την άλλη.

 

Εμείς, που, προς το παρόν, τουλάχιστον, δεν βρισκόμαστε ούτε στο χώμα, ούτε στη φυλακή, ιδιαίτερα όταν έχουμε δει τους καλύτερους φίλους μας μέσα στις φυλακές να δολοφονούνται, με τον άλφα ή βήτα τρόπο, έχουμε χρέος απέναντι στον εαυτό μας και σ’ αυτούς, να υπερασπίσουμε το έργο τους ενάντια στους κάθε λογής χαφιέδες ή εκπροσώπους του κράτους, που προσπαθούν να το διαστρεβλώσουν και να το δυσφημίσουν, ταυτίζοντάς το με μαγκιές, νταηλίκια, τσαμπουκάδες και άλλα τέτοια κουραφέξαλα. Διότι μια τέτοια ταύτιση αφενός κάνει, όσους προσπαθούν να τους μοιάσουν ή να τους συμπαρασταθούν, να διαιωνίζουν το κράτος μέσα από τη συμπεριφορά τους, το κράτος που έχει βάψει τα χέρια του με τόσο πολύ αίμα, και αφετέρου απομονώνει αυτούς τους κρατούμενους από τον πολύ κόσμο ο οποίος, βλέποντάς τους σαν Ράμπο, αποκλείεται να τους συμπαρασταθεί γιατί αισθάνεται πολύ αδύναμος για κάτι τέτοιο.

 

Εγώ θεωρώ τιμή μου που έγραψα αυτά τα πράγματα για το «ΚΡΑΞΙΜΟ», γιατί πιστεύω ότι η ελπίδα μπορεί να προέλθει μόνο από τους απελπισμένους. Και το «ΚΡΑΞΙΜΟ» απευθύνεται, κατά τη γνώμη μου, σ’ αυτούς κυρίως.

 

Σχετικά με την επικείμενη αναδιάρθρωση- ιδιωτικοποίηση των ελληνικών φυλάκων.

 

1455037_659627924088480_950718064_n

 

Κείμενο από τους φυλακισμένους Τάσο Θεοφίλου, Ράμι Συριανό και Σπύρο Στρατούλη.

 

Σχετικά με την επικείμενη αναδιάρθρωση- ιδιωτικοποίηση των ελληνικών φυλάκων.

 

1.

Μετά την παραβίαση της ολιγοήμερης άδειας από τον Χριστόδουλο Ξηρό, κυβέρνηση και μίντια θεώρησαν ότι δημιουργήθηκε το έδαφος για μια έκρηξη κατασταλτικής θηριωδίας. Καθώς ο Χριστόδουλος Ξηρός συγκεντρώνει τόσο την ιδιότητα του “τρομοκράτη” όσο και του δραπέτη, η κυβέρνηση άνοιξε δύο ζητήματα της ατζέντας της. Από την μια η αντι-αναρχική σταυροφορία με εισβολές σε δεκάδες σπίτια, συλλήψεις και επικηρύξεις συντρόφων με απώτερο στόχο την εμπέδωση του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης, την εξοικείωση με την εντεινόμενη επιτήρηση και την εσωτερίκευση του φόβου εντός του αναρχικού χώρου. Από την άλλη επαναφέρει το ζήτημα της αναδιάρθρωσης στις ελληνικές φυλακές ή αλλιώς την ιδιωτικοποίησή τους.

 

Όπως και μετά την μαζική απόδραση των 11 από τις φυλακές Τρικάλων, τα ακροδεξιά σιαμαία Αθανασίου- Δένδιας, δεν έχασαν την ευκαιρία να εξαγγείλουν  τη δημιουργία φυλακής υπέρ-υψίστης ασφαλείας που θα στεγάσει πολιτικούς κρατούμενους, στελέχη του λεγόμενου οργανωμένου εγκλήματος και απείθαρχους φυλακισμένους, λειτουργώντας με ειδικό σωφρονιστικό κώδικα. Ένα σωφρονιστικό τρομονόμο δηλαδή που θα παραχωρεί μέρος του έλεγχου των κρατουμένων στην αστυνομία, η επικοινωνία με τον έξω κόσμο θα “περιορίζεται” (αν δε θα καταργείται), η αλληλογραφία θα ελέγχεται και οι άδειες θα κόβονται.

 

Η ιδιότητα του φυλακισμένου από μόνη της εντάσσει τον άνθρωπο σε ένα καθεστώς εξαίρεσης, αφού τον απογυμνώνει από βασικά δικαιώματα που στην αστική δημοκρατία θεωρούνται δεδομένα. Οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις έρχονται να επιδεινώσουν ακόμη περισσότερο τη θέση του και να τον υποβιβάσουν από μια κατάσταση του “εκτός χώρου και χρόνου”, που ουσιαστικά βρίσκεται, σε μια κατάσταση σχεδόν ανυπαρξίας. Η κατάσταση εξαίρεσης γενικεύεται και η εξουσία δείχνει να χρειάζεται τη δημιουργία εξαιρέσεων επί της εξαίρεσης.

 

Τους τελευταίους μήνες μίντια και κυβέρνηση δε χάνουν καμιά ευκαιρία για να επιβάλλουν την ατζέντα τους σε σχέση με την αναδιάρθρωση της ποινικής καταστολής γενικά και του τιμωριτικού συστήματος ειδικά. Μια αναδιάρθρωση που επιδιώκει τόσο την σκλήρυνση της επιτήρησης και της καταστολής όσο και την ιδιωτικοποίηση τους. Ως εκ τούτου θα ήταν αφελής κανείς να πιστεύει  ότι όλη αυτή η μιντιακή εκστρατεία λάσπης κατά κρατούμενων ήταν απόρροια της απόδρασης Ξηρού και όχι ένα σχέδιο που τέθηκε σε εφαρμογή με αφορμή αυτό το γεγονός, επειδή πολύ απλά η ιδιωτικοποίηση των ελληνικών φυλακών προβλέπεται από το μνημόνιο.

 

Τα τελευταία χρόνια η ποινική καταστολή γενικά και η φυλακή ειδικά επεκτείνουν και βαθαίνουν τον ρόλο τους. Το σημαντικότερο πρώτο βήμα έγινε με το άρθρο 187 περί εγκληματικών οργανώσεων, το οποίο δεν στοχεύει στο λεγόμενο οργανωμένο έγκλημα, αλλά στο μεγαλύτερο ποσοστό των παραβατών διογκώνοντας τις ποινές, μετατρέποντας πλημμελήματα σε κακουργήματα, καταργώντας τους ενόρκους και διευρύνοντας την έννοια τόσο του “στοιχείου” όσο και του αδικήματος, κρατώντας σε δικαστική ομηρία εκατοντάδες φυλακισμένους.

 

Η ποινική καταστολή συγχρόνως διευρύνει την κοινωνική στόχευση συμπεριλαμβάνοντας στην ποινική διαχείριση κομμάτια της έκπτωτης μεσαίας τάξης, δηλαδή την μικροπαραβατικότητα του λευκού κολάρου και του χρεοφειλέτες. Επιπλέον γίνεται και ένα εργαλείο για το ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ κεφαλαιοκρατών, στις συνθήκες γενικευμένου κανιβαλισμού που επιβάλλει η συστημική κρίση και η αναδιάρθρωση της εγχώριας αστικής τάξης.

 

Όσο η ποινική καταστολή διευρύνεται απευθυνόμενη σε μια μεγαλύτερη κοινωνική γκάμα προκύπτει και η ανάγκη της ταξικής διαβάθμισής της φυλακής. Από τα κέντρα κράτησης μεταναστών που στοιβάζουν κάτι “εξωτικά όντα” που οριακά πλέον μπορεί να διεκδικούν την ιδιότητα του ανθρώπου, καθώς στερούμενα τα απαραίτητα νομιμοποιητικά έγγραφα η ίδια η ύπαρξή τους θεωρείται αδίκημα, μέχρι την προσαρμογή των αγροτικών φυλακών με τρόπο τέτοιο ώστε να στεγάσουν οικονομικούς παραβάτες και χρεοφειλέτες, μικρούς και μεγάλους Τσοχατζόπουλους. Από τα βραχιολάκια- GPS και την κοινωφελή άμισθη εργασία για τα πταίσματα και τα πλημμελήματα, μέχρι και τις φυλακές υπέρ-υψίστης ασφαλείας για πολιτικούς κρατούμενους, στελέχη του λεγόμενου οργανωμένου εγκλήματος και απείθαρχους φυλακισμένους.

 

Η ποινική καταστολή και ο θεσμός της φυλακής προσαρμόζονται στις συνθήκες της γενικευμένης συστημικής κρίσης. Οι βλοσυρές δηλώσεις των αυτοκόλλητων ακροδεξιών Αθανασίου- Δένδια μας προϊδεάζουν για τη σημασία και τους σκοπούς της επικείμενης αναδιάρθρωσης σε αυτόν τον τομέα στην Ελλάδα. Αναδιάρθρωσή με πρόσχημα την “εύρυθμη λειτουργία”, όπως συμβαίνει σε κάθε δημόσιο τομέα που μπαίνει στο στόχαστρο της ιδιωτικοποίησης. Το ελληνικό κράτος δείχνει με κάθε αφορμή τη διάθεση του να πετύχει τη μετατροπή της ποινικής καταστολής σε πεδίο ιδιωτικού κέρδους. Από τη μια ευελπιστεί ότι η αυστηροποίηση θα κάνει τη καταστολή ένα αποτελεσματικό εργαλείο που θα συσπειρώσει γύρω από τα ιδεολογήματα της ασφάλειας κα της νομιμότητας τα πιο συντηρητικά κομμάτια της κοινωνίας και από την άλλη θα την καταστήσει κερδοφόρα παραχωρώντας την σε ιδιώτες και μετατρέποντάς την σε ένα πεδίο άντλησης κέρδους.

 

Δεν είναι άσχετα με τη συνολικότερη αναδιάρθρωση και ιδιωτικοποίηση των φυλάκων ούτε η ανάθεση μέρους της φύλαξης των κέντρων κράτησης μεταναστών σε ιδιωτικές εταιρείες σεκιούριτι, ούτε και το ότι η επιτήρηση των φορέων βραχιολιών GPS θα ανατεθεί επίσης σε ιδιώτες.

 

2.

Η φυλακή είναι ένας θεσμός που μαζί με τη σχέση κεφαλαίου- μισθωτής εργασίας πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

 

Η λειτουργία της φυλακής για την καπιταλιστική κοινωνία είναι δαιδαλώδης και η σημασία της κομβική και θεμελιώδης. Στεγάζει κατά βάση το πιο περιθωριοποιημένο κομμάτι της κοινωνίας, όμως ο ρόλος της κάθε άλλο παρά περιθωριακός είναι. Έχει πολλές αναγνώσεις, πολλές ερμηνείες και πολλά επίπεδα ανάλυσης. Είναι από τη μια ο χώρος  για να κρύψει, να καταστείλει , να διαχειριστεί κερδοφόρα, να αποθηκεύσει , να παροπλίσει και να πειθαρχήσει τη περισσευούμενη εργασιακή δύναμη. Είναι ο χώρος που πετιέται για πάντα ή για ανακύκλωση ό,τι η οικονομία θεωρεί απόβλητο. Είναι, επίσης, ο χώρος όπου το απείθαρχο υποπρολεταριάτο εμπεδώνει την ιεραρχία, την πειθαρχία, την συνδιαλλαγή με την εξουσία και την πρακτική λειτουργία της οικονομίας. Η φυλακή σωφρονίζει, με την έννοια ότι οργανώνει κάθετα και γύρω από τα συμφέροντα του Κεφαλαίου την παραβατικότητα. Είναι ο χώρος όπου η παραβατικότητα αξιοποιείται και αφομοιώνεται από το Κεφάλαιο τόσο σε επίπεδο κοινωνικής όσο και σε επίπεδο οικονομικής λειτουργίας. Είναι ο χώρος που γίνεται η όσμωση αυθόρμητης παραβατικότητας με το οργανωμένο έγκλημα, ο χώρος όπου γίνεται η όσμωση του οργανωμένου εγκλήματος με την παραβατικότητα του λευκού κολάρου και τέλος ο τόπος που τα τρία προηγούμενα συνθέτονται αρμονικά με την επίσημη λευκή οικονομία.

 

Η φυλακή ως κομβικός θεσμός για τη λειτουργία του καπιταλισμού συντονίζεται με τη μισθωτή εργασία και τη γενικότερη οικονομία. Έχει μεγάλη σημασία να μην υποτιμηθεί ως πεδίο σύγκρουσης, τόσο από τους μέσα όσο και από τους από έξω, σε μια συνεχή και αλληλοτροφοδοτούμενη σχέση. Έχει σημασία και είναι ανάγκη η ανάπτυξη ενός κινήματος ενάντια στο θεσμό της φυλακής, όχι τόσο με υπαρξιακούς πια, αλλά κυρίως με πολιτικούς όρους. Ένα κίνημα που θα εντοπίζει τις συνδέσεις της φυλακής με την σχέση κεφαλαίου- μισθωτής εργασίας και θα συνδέει τους αγώνες ενάντια στο Κεφάλαιο με τους αγώνες ενάντια στη φυλακή. Ένα κίνημα ενάντια στο θεσμό της φυλακής γενικά, και της αναδιάρθρωσης – αυστηροποίησης- ιδιωτικοποίησης του θεσμού ειδικά, που σαν απώτερο στόχο θα έχει το γκρέμισμα κάθε φυλακής και σαν άμεσο να μη επιτρέψει τη δημιουργία ειδικών φυλακών, για την κατάργηση των οποίων δόθηκαν αιματηροί αγώνες την δεκαετία του ‘90. Που ως πρόβλημα θα αναδεικνύει όχι το γεγονός ότι κάποιος πήρε άδεια και δε γύρισε, αλλά ότι εκατοντάδες στερούνται των αδειών ενώ τις δικαιούνται. Όχι το πώς 11 όλοι κι όλοι φυλακισμένοι κατάφεραν να βγουν μια ανοιξιάτικη βραδιά από μια φυλακή που τους είχανε θάψει, αλλά το πώς κάθε εποχή θάβονται ζωντανοί χιλιάδες σε όλες τις φυλακές, τα κρατητήρια και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της χώρας. Που θα αναδεικνύει την αντίφαση του να υποσιτίζονται και να ξεπαγιάζουν οι φυλακισμένοι από έλλειψη κονδυλίων, τη στιγμή που τεράστια ποσά δαπανώνται για την αγορά και την εγκατάσταση σύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων ασφάλειας κι επιτήρησης. Που θα επιβάλει το αυτονόητο: ότι πρόβλημα δεν είναι το ότι δεν επέστρεψε ο Χριστόδουλος από την άδεια του, αλλά το ότι ο Σάββας δεν έχει ακόμη αποφυλακιστεί.

 

Τώρα πιο πολύ από ποτέ είναι απαραίτητος ο συντονισμός ποινικών και πολιτικών κρατουμένων, των εντός κι εκτός των τειχών, για να ανοίξει αυτή η αντίσταση στην αναδιάρθρωση -αυστηροποίηση – ιδιωτικοποίηση των φυλακών το δρόμο για το ολοκληρωτικό γκρέμισμά τους…

 

522117_455984544480535_524043309_n

 

css.php